Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008
Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2008
Το άρωμα μιας λέξης....

Διαφορετικό
άρωμα άγριου κύμινου
Ενοχή
σαν τα καπέλα των μανιταριών, κάτι σαν μούχλα από μπαγιάτικο ψωμί
Έρωτας
άρωμα ροδακινιού
Λάθος
άρωμα κόκκινου σταφυλιού
Νοσταλγία
σαν μανουσάκι στο λόφο, την ώρα του δειλινού
Όνειρο
άρωμα δυνατό, μεθυστικό, άρωμα νάρκισσου
Πάθος
αφρισμένη θάλασσα και σάπια φίκια, μια βαριά μυρωδιά ιωδίου
Φιλί
μυρωδιά άγριου τριαντάφυλλου
Φόβος
μυρωδιά καμένου ρούχου
Χάδι
μυρωδιά κανέλας
Χαμόγελο
άρωμα μανιταριού, όταν του πατάς τη φλούδα με το νύχι σου
Η αγάπη, μια σιγανή βροχή που τραγουδάει πάνω στη λαμαρίνα, αυτό πρέπει να είναι η αγάπη. Το πάθος σεληνιάζεται, μάτια μου. Αφηνιάζει σαν το μουλάρι κι αρχίζει το ποδοβολητό. Ουαί και τρισαλίμονο σ’ όποιον βρεθεί στο πέρασμα του! Δεν έχει έλεος το πάθος, δεν έχει σταματημό...
Φύλλο δεν κουνήθηκε. ... άνοιξε με δύναμη την ουρά της και γρατσούνισε τα όνειρα μιας νυχτερίδας που είχε κρεμαστεί ανάποδα στο γιακά της σιωπής.
Σε πνίγει η αγάπη όταν σε πιάνει από το λαιμό, έτσι δεν είναι, ...; Έτσι ακριβώς, .... Η αγάπη πρέπει πάντοτε να σε συνοδεύει· να σου κρατάει συντροφιά· να γέρνεις στον ώμο της και να ονειρεύεσαι. Αν πέσει απάνω σου και σε πλακώσει, τελείωσες.
Που ξέρω; Μπορεί να της είπαν, πως μόνος του κανείς γίνεται από σκουλήκι πεταλούδα. Μόνο που πρέπει πρώτα ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί. Μπορεί να της είπαν, πως ολ’ αυτά τελικά είναι όνειρο, μια φαντασίωση, μια κυριακάτικη εκδρομή στο βλέμμα του Θεού... Που ξέρω;
Χα, οι άνθρωποι! Κατεβάζουν ολόκληρο στόλο και βάζουν μπρος τα κανόνια για να κυνηγήσουν ένα ζευγάρι κοχύλια που ξελογιάστηκαν και βγήκαν τσάρκα στην αμμουδιά. Ένα ζευγάρι Κατειρήνες που ήθελαν να γίνουν κάποτε αστέρια.
Τι μπορεί να προσφέρει, αλήθεια, ένα κίτρινο φύλλο, που θέλησε να πάει κόντρα στο ρεύμα του ποταμού; Μπορεί να μάθει το ποτάμι να ονειρεύεται...
Να είχα, λέει, μιαν αγάπη σαν αλάνα... Να κυλιόμουνα μέσα της, να ‘κανα τούμπες, να ‘πλωνα την αρίδα μου να λιαζόμουνα... Να ‘ρχόντανε τα όνειρά μου σαν τις κάργιες να φτεροκοπούν πάνω από το κεφάλι μου. Βαρέθηκα να χώνω τη ρημάδα την ψυχή μου στα νουλάπια και να της κρεμώ αρωματικά σακουλάκια να μην τη φάει ο σκόρος. Βαρέθηκα να περπατώ με την πλάτη κολλημένη στα ντουβάρια, γιατί νιώθω γύρω μου το θόρυβο από τα μαχαίρια που ακονίζονται. Είναι πολύ, ρε σεις, αυτό που ονειρεύτηκα; Μιαν αγάπη λέω, σαν αλάνα. Ν’ απλώσω την αρίδα μου να λιαστώ.
Η ερημιά είναι όπως η φωλιά της αράχνης, .... Μόνος του την πλέκει κανείς. Βγάζει την κλωστή από μέσα του, σαν το σάλιο.
Όλα τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το βιβλίο:
«Οι κάργιες» της Αλκυόνης Παπαδάκη, ΚΑΛΕΝΤΗΣ, 1997
Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008
ΕΙΣΑΙ ΨΥΧΗ ΜΟΥ...
--------------
Eίσαι ψυχή μου... η κόρη που τη σβήνει ολοένα,
κάποιος έρωτας πικρός,
που λησμονήθηκε κοιτώντας προς τα περασμένα
κι έτσι θα απομείνει...
Κατάμονη σε μι'ακρη όπως εκείνοι σε παρατούν
ο κόσμος ο καιρός..
'Ενας ακόμη θά'σουνα νεκρός
αν οι νεκροί δεν είχαν τη γαλήνη...
Παρασκευή 22 Αυγούστου 2008
Παρασκευή 11 Ιουλίου 2008
Η καρδιά μου είναι...

Η καρδιά μου είναι ένα σκισμένο,
βαρύ τριαντάφυλλο, βυσσινί,
ξεχειλίζει στο αίμα.
Στο γυάλισμα του ματιού μου
έχει κολλήσει το ίχνος σου
κι ας μη θέλω να κρατώ την εικόνα σου,
πιο τυραννική κι απ’ τη δική σου απουσία.
Σαν τ’ ανεπαίσθητα, τρίχινα πόδια
της κόκκινης, φαρμακερής αράχνης,
τα δάχτυλά σου, φανταστικά, μου περπατούν
στην ψυχή, πιο υλική απ’ το κορμί μου.
Η σκέψη σου με παιδεύει
σαν άγνωστη μυρωδιά που δε φεύγει
από πάνω μου.
Απ’ τα μάγουλά μου σηκώνεται,
φτάνει στο μέτωπο και περνά
στα μαλλιά μου, αέρας
που μιλά μαγικά λόγια,
ζωντανά τα σηκώνει όρθια,
σαν φίδια που εμένα πάλι δαγκώνουν.
Το φαρμάκι τους περνά στο μυαλό μου
κι απαλά μου κατεβαίνει στο σώμα.
Το στόμα μου έχει γεμίσει πυρή λαχτάρα
κι είναι σα να μασώ το αίμα μου.
Τα λόγια μου γίνονται πηχτά
κι έχουν μαγική γέψη,
είναι διπλά και διπλόηχα.
Τα μιλώ διχαλωτά, τα αισθάνομαι χωρισμένα
και με δένουν με σένα, με δεσμά στριφτά,
ηδονικά και πονεμένα.
Το αίμα μου από σένα έχει μολυνθεί
μ’ επιθυμία. Ο πόθος δύναμη κοφτερή
με σφάζει κι όσο πιο βαθιά μου πονεί
ο πόνος τη δύναμη δυναμώνει,
την αίσθηση που είσαι συ,
σπαθί μέσα μου μαζί και φαρμάκι
Το σώμα μου είναι γη κοκκινωπή
κι αισθάνομαι πράσινα τα μαλλιά μου.
Γιατί εσύ στέκεσαι αλύγιστος,
όταν εγώ θέλω να κυλιστώ,
εκεί ν’ ακουμπήσω στη γη,
που έχει τη μυστική φωτιά,
εκείνη που τη βαστά και την τρώει,
όπως μου καίει τα ζωντανά σπλάχνα
εμένα η λαχτάρα.
Έχω μια νύχτα μέσα μου
όλο άστρα που σαν καρφιά
τα σωθικά μου καρφώνουν σ’ απαντοχή.
Έχω ένα μυτερό μαχαίρι
που με καρφώνει στη σκιά σου,
μιαν αλυσίδα ολόχρυση, τόσο βαρειά,
που με δένει στα πόδια σου.
Μεσ’ το κεφάλι
έχω ένα ποτάμι που βουίζει,
μα πουθενά δεν με παίρνει μακριά
από σένα.
Η φωνή σου βαθειά με πληγώνει.
Γίνεται μέσα μου δική μου φωνή
κι είναι σα να με σκοτώνει
η δική μου ζωή, όσο αυξαίνει
η ορμή που μου κόβει τη δύναμη.
Στέκεσαι όρθιος σα σπαθί
που το βαστά αόρατο χέρι.
Ποια διδαχή σε στυλώνει εσένα;
Πασχίζει η ψυχή μου απάνω σου
να στυλωθεί, όταν
δεν μπορεί το κορμί να ψηλώσει.
Λύγισε η θέλησή μου
κι είναι η αγάπη μου για σένα
από ντροπή καμωμένη, ταπείνωση
και μαζί οδυνηρή περηφάνεια.-
Ζωή Καρέλλη
Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008
Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008
Θα με πας θάλασσα;;
Παρασκευή 16 Μαΐου 2008
Της Σιωπής......

Θυμάσαι τότε που.....
Κάπως έτσι ξεκινούσαν από καιρό οι φράσεις σου...
Μέσα μου ήξερα ότι το τέλος είχε έρθει...
Ήξερα ότι δεν είχαμε τίποτε άλλο να ζήσουμε...
Γελάσαμε, κλάψαμε, ερωτευτήκαμε,προδωθήκαμε... πονέσαμε....
Κι όταν το τέλος είχε έρθει... δεν μπορούσαμε να πούμε ένα αντίο.
Δεν υπάρχουν αντίο στις σχέσεις ζωής...
Δεν υπάρχει λύτρωση όταν έστω και για μια φορά έχεις αγαπήσει τόσο πολύ...
Έφτασα έξω από την πόρτα σου και στάθηκα χωρίς να κάνω τίποτα...
Χωρίς να σου χτυπήσω... χωρίς να σε ζητήσω... χωρίς να ειδοποιήσω...
Με έβγαλαν τα βήματά μου έξω από την πόρτα σου... χωρίς να θέλω τίποτα να σου πω..
Πότε τελειώνει?
Πότε πέφτουν τίτλοι τέλους?
Στέκομαι ακόμη έξω από την πόρτα και δεν κάνω τίποτα..
Κοιτάω, γυρνάω, ταξιδεύω...
Ταξιδεύω σε χαρές... ταξιδεύω σε μέρη όμορφα, ακόμα και σε μέρη άσχημα που τα κάναμε εμείς όμορφα με το γέλιο μας... με τις βλακείες μας...
Γυρνάω έντεκα χρόνια πριν... να περπατάμε στο λιμάνι και να με ρωτάς για τα μυστικά που σου κρύβω...
Για εκείνα που δεν σου είπα ποτέ...
Πάντα κράταγα πράγματα για μένα... κι όταν με ρώταγες γιατί...
Σου έλεγα γελώντας.... για τις στιγμές που θα με προδώσεις...
Τι σου είναι το γαμημένο το ένστικτο...
Το πίστευα... την πίστευα την στιγμή της προδοσίας...
Κι είχα προετοιμαστεί... είχα προετοιμαστεί να τα κάνω όλα λίμπα...
Θυμώνω... τρέχουν τα μάτια μου δάκρυα...
Με καίνε...
Με καις χρόνια τώρα...
Κάθομαι στο πάτωμα... δεν έχω πού να πάω....
Σαν το πάτωμα να είναι ένας μαγνήτης και να μην με αφήνει να κινηθω...
Ακούω τα βήματά σου από μέσα..
Πάντα αργά... πάντα ήρεμα...
Δεν έχω κάτι να σου πω... δεν έχω κάτι να σου εξηγήσω...
Με κοιτάς και τα μάτια σου δακρύζουν....
Δεν με ρωτάς τι κάνω εδώ... ξέρεις πως δεν υπάρχει απάντηση...
Δεν θέλω τίποτα να σε ρωτήσω... ίσως γιατί η σιωπή μας τόσο καιρό να τα έχει πει όλα..
Έχεις αλλάξει... έχει χαθεί η λάμψη σου...
Θυμάσαι τότε που...
Όχι... δεν θυμάμαι... δεν έχω τίποτα να θυμηθώ...
Αν πρόκειται να συνεχίσουμε να περπατάμε... δεν θέλω να θυμάμαι...
Αν πρόκειται να συνεχίσουμε να περπατάμε στον ίδιο δρόμο... δεν θέλω να θυμάμαι...
Δεν θέλω να ζήσω στα φαντάσματα... ούτε και στα χαλάσματα...
Αν πρόκειται να περπατήσουμε ξανά βράδυ στο λιμάνι ...
Θέλω να ονειρευτούμε...
Θέλω να ζήσουμε στο σήμερα... στο αύριο....
Αλλά όχι στο χθες...
Έκλεισε το χρονοντούλαπο... έκλεισε ένα πρωινό που με έκανε να περπατήσω μέχρι την πόρτα σου....
Ένα πρωινό που θέλησα να γαληνέψω ξανά την ψυχή μου...
Κάπως έτσι ξεκινούσαν από καιρό οι φράσεις σου...
Μέσα μου ήξερα ότι το τέλος είχε έρθει...
Ήξερα ότι δεν είχαμε τίποτε άλλο να ζήσουμε...
Γελάσαμε, κλάψαμε, ερωτευτήκαμε,προδωθήκαμε... πονέσαμε....
Κι όταν το τέλος είχε έρθει... δεν μπορούσαμε να πούμε ένα αντίο.
Δεν υπάρχουν αντίο στις σχέσεις ζωής...
Δεν υπάρχει λύτρωση όταν έστω και για μια φορά έχεις αγαπήσει τόσο πολύ...
Έφτασα έξω από την πόρτα σου και στάθηκα χωρίς να κάνω τίποτα...
Χωρίς να σου χτυπήσω... χωρίς να σε ζητήσω... χωρίς να ειδοποιήσω...
Με έβγαλαν τα βήματά μου έξω από την πόρτα σου... χωρίς να θέλω τίποτα να σου πω..
Πότε τελειώνει?
Πότε πέφτουν τίτλοι τέλους?
Στέκομαι ακόμη έξω από την πόρτα και δεν κάνω τίποτα..
Κοιτάω, γυρνάω, ταξιδεύω...
Ταξιδεύω σε χαρές... ταξιδεύω σε μέρη όμορφα, ακόμα και σε μέρη άσχημα που τα κάναμε εμείς όμορφα με το γέλιο μας... με τις βλακείες μας...
Γυρνάω έντεκα χρόνια πριν... να περπατάμε στο λιμάνι και να με ρωτάς για τα μυστικά που σου κρύβω...
Για εκείνα που δεν σου είπα ποτέ...
Πάντα κράταγα πράγματα για μένα... κι όταν με ρώταγες γιατί...
Σου έλεγα γελώντας.... για τις στιγμές που θα με προδώσεις...
Τι σου είναι το γαμημένο το ένστικτο...
Το πίστευα... την πίστευα την στιγμή της προδοσίας...
Κι είχα προετοιμαστεί... είχα προετοιμαστεί να τα κάνω όλα λίμπα...
Θυμώνω... τρέχουν τα μάτια μου δάκρυα...
Με καίνε...
Με καις χρόνια τώρα...
Κάθομαι στο πάτωμα... δεν έχω πού να πάω....
Σαν το πάτωμα να είναι ένας μαγνήτης και να μην με αφήνει να κινηθω...
Ακούω τα βήματά σου από μέσα..
Πάντα αργά... πάντα ήρεμα...
Δεν έχω κάτι να σου πω... δεν έχω κάτι να σου εξηγήσω...
Με κοιτάς και τα μάτια σου δακρύζουν....
Δεν με ρωτάς τι κάνω εδώ... ξέρεις πως δεν υπάρχει απάντηση...
Δεν θέλω τίποτα να σε ρωτήσω... ίσως γιατί η σιωπή μας τόσο καιρό να τα έχει πει όλα..
Έχεις αλλάξει... έχει χαθεί η λάμψη σου...
Θυμάσαι τότε που...
Όχι... δεν θυμάμαι... δεν έχω τίποτα να θυμηθώ...
Αν πρόκειται να συνεχίσουμε να περπατάμε... δεν θέλω να θυμάμαι...
Αν πρόκειται να συνεχίσουμε να περπατάμε στον ίδιο δρόμο... δεν θέλω να θυμάμαι...
Δεν θέλω να ζήσω στα φαντάσματα... ούτε και στα χαλάσματα...
Αν πρόκειται να περπατήσουμε ξανά βράδυ στο λιμάνι ...
Θέλω να ονειρευτούμε...
Θέλω να ζήσουμε στο σήμερα... στο αύριο....
Αλλά όχι στο χθες...
Έκλεισε το χρονοντούλαπο... έκλεισε ένα πρωινό που με έκανε να περπατήσω μέχρι την πόρτα σου....
Ένα πρωινό που θέλησα να γαληνέψω ξανά την ψυχή μου...
Τρίτη 13 Μαΐου 2008
I Will Find You ..
...Iahla iahla noke ta ashe
ouana nihe
ouana ke ...
Ta nihe ouhe Tashunka Witko
Kikimila .........
Πέμπτη 24 Απριλίου 2008
Ξέρεις , εγώ μιλάω. Ναι μιλάω μόνη μου. Εγώ με μένα, με εσένα, με τον άλλον. Από μικρή το κάνω. Φτιάχνω διαλόγους, ιστορίες. Και προσπαθώ να έχω και τον λόγο και τον αντίλογο. Και μιλάω στο μπάνιο, στο σαλόνι, στο κρεβάτι, παντού. Και μπαίνω μέσα στην ιστορία. Και αν έχω νεύρα τσακώνομαι με τον απέναντι που στην πραγματικότητα δεν είναι εκει, αλλά εγώ νοητά τον έχω.
Και όταν τελειώσει ο «καβγάς» εγώ ηρεμώ. Και μετά αλλάζει λίγο η είκονα. Φεύγει ο μεγάλος θυμός ή η μεγάλη χαρά. Ναι και η χαρά. Το ίδιο είναι. Ή μάλλον, η άλλη όψη του νομίσματος.
Η μεγάλη χαρά φέρνει τον μεγάλο θυμό. Και στο τέλος αυτού του ταξιδιού καταλαβαίνω ότι όλος ο θυμός δικος μου είναι, όχι δικός σου.
Με εμένα έχω θυμώσει. Με τον τρόπο που εγώ τα είδα/δέχτηκα τα πράγματα. Το εύκολο είναι να δείξεις με το δάχτυλο τον απέναντι και να πεις ότι φταίει αυτός. Το δύσκολο είναι να το στρέψεις σε σένα. Εκεί είναι η αλήθεια. Βρες την δική σου ευθύνη και όλα τα υπόλοιπα είναι μικρά.
Επίσης έχω καταλάβει και το άλλο. Ακου να μαθαίνεις. Συμβαίνει κάτι που με έχει ενοχλήσει ή με έχει μπερδέψει. Και ξεκινάω τον διάλογο μου. Και στο τέλος καταλήγω ότι η κουβέντα που ονειρεύομαι να κάνω δεν έχει νόημα. Στο κενό θα πέσει. Γιατί ο άλλος δεν είμαι εγώ. Και η αλήθεια δεν είναι ποτέ μια. Είναι η δική μου αλήθεια και η δική σου. Γιατι μπορεί και οι δυο από την δική μας οπτική να έχουμε δίκιο. Να λέω εγώ: “Μα αφού με θέλεις. Το ξέρω, το έχω δει, το έχω νιώσει. Γιατι φτιάχνεις αυτή την απόσταση ανάμεσα μας, και δεν με αφήνεις να σε αφήσω να με μάθεις. Να την κάνουμε μαζί αυτή την βόλτα στη ζωή και όπου βγει?» Και να ακούσεις τον άλλον να λέει: “Ναι σε θέλω. Το ξέρω ότι το έχω δείξει, αφού και εγώ το έχω νιώσει. Αλλά για λόγους που δεν ξέρεις και ίσως δεν σε αφορούν, αυτή τη στιγμή στη ζωή μου δεν χωράς. Γιατί η ζωή μου τώρα είναι μπέρδεμα. Και δεν θα είμαι όπως θέλω να είμαι με σένα. Δεν θα καταλάβεις».
Και πες μου τώρα ποιός έχει το δίκιο και ποιος το άδικο. Ας έρθει κάποιος πιο σοφός να μου μοιράσει τα δίκια. Και το εύκολο σε αυτή την κατάσταση είναι να πεις ένα «τον μαλάκα, που εξαφανίζεται, που δεν ξεκαθαρίζει, που, που..» και να μεγαλώνει ο θυμός ή η πίκρα για την απόρριψη. Μα δεν υπάρχει απόρριψη. Ο άλλος απλά δεν έχει χώρο τώρα για σένα ή ίσως και για κανέναν. Και είναι ανθρώπινο.
Είδαμε μια οπτική που δεν την περιμέναμε? Ξαφνιάστηκες? Γιατί? Δεν σου έχει περάσει ποτέ από το μικρό και εγωιστικό μυαλουδάκι, που λέει ότι ολος ο κόσμος πρέπει να γυρνάει γύρω σου, ότι τα πράγματα μπορεί να είναι και λίγο αλλιώς? Μήπως η γωνία σταμμάτησε να είναι τόσο κοφτερή? Μήπως στρογγύλεψε λίγο?Οκ ναι έτσι είναι. Αλλά εγώ δεν μπορώ να τα φαντάζομαι τα πράγματα. Να τα ζω θέλω. Και η στάση μου είναι καθαρή. Αν λοιπον βρείς ποτέ τον χρόνο, την διάθεση και τον χώρο, έλα πιο κοντά να με γνωρίσεις,γιατί τελικα δεν με ξερεις. Αν δεν θέλεις δεν μπορώ να κάνω κάτι. Οχι από εγωισμο... Κανένα εγωισμό.
Αλλά δεν μπορώ να στριμώχνομαι άλλο. Δεν γίνεται. Δεν παίρνω αέρα. Θα μαραθώ, θα μαραζώσω, θα πεθάνω. Και δεν θα δεις την όμορφη πλευρά μου, που έχω πίστεψε με και είναι αξιολάτρευτη. Αλλά πρέπει να έχω χώρο. Να νιώθω ότι κινουμαι άνετα. Και εσύ τώρα δεν έχεις χώρο για μένα.
Βρες τον, άνοιξε μου την πόρτα και αν είμαι ακόμα εκεί κοντά θα έρθω. Μέχρι τότε όμως εγώ θα είμαι απ’έξω. Ώσπου να κουραστώ, να βαρεθώ, να κρίνω ότι δεν γίνεται να περιμένω άλλο. Ξεροστάλιασα. Και τότε εκεί που μπορεί να με βλέπεις να στέκομαι, να με δεις να κάνω ένα βήμα πίσω, να γυρίσω πλάτη, να σηκώσω το χέρι και να γνέψω αντίο!.
Και όταν τελειώσει ο «καβγάς» εγώ ηρεμώ. Και μετά αλλάζει λίγο η είκονα. Φεύγει ο μεγάλος θυμός ή η μεγάλη χαρά. Ναι και η χαρά. Το ίδιο είναι. Ή μάλλον, η άλλη όψη του νομίσματος.
Η μεγάλη χαρά φέρνει τον μεγάλο θυμό. Και στο τέλος αυτού του ταξιδιού καταλαβαίνω ότι όλος ο θυμός δικος μου είναι, όχι δικός σου.
Με εμένα έχω θυμώσει. Με τον τρόπο που εγώ τα είδα/δέχτηκα τα πράγματα. Το εύκολο είναι να δείξεις με το δάχτυλο τον απέναντι και να πεις ότι φταίει αυτός. Το δύσκολο είναι να το στρέψεις σε σένα. Εκεί είναι η αλήθεια. Βρες την δική σου ευθύνη και όλα τα υπόλοιπα είναι μικρά.
Επίσης έχω καταλάβει και το άλλο. Ακου να μαθαίνεις. Συμβαίνει κάτι που με έχει ενοχλήσει ή με έχει μπερδέψει. Και ξεκινάω τον διάλογο μου. Και στο τέλος καταλήγω ότι η κουβέντα που ονειρεύομαι να κάνω δεν έχει νόημα. Στο κενό θα πέσει. Γιατί ο άλλος δεν είμαι εγώ. Και η αλήθεια δεν είναι ποτέ μια. Είναι η δική μου αλήθεια και η δική σου. Γιατι μπορεί και οι δυο από την δική μας οπτική να έχουμε δίκιο. Να λέω εγώ: “Μα αφού με θέλεις. Το ξέρω, το έχω δει, το έχω νιώσει. Γιατι φτιάχνεις αυτή την απόσταση ανάμεσα μας, και δεν με αφήνεις να σε αφήσω να με μάθεις. Να την κάνουμε μαζί αυτή την βόλτα στη ζωή και όπου βγει?» Και να ακούσεις τον άλλον να λέει: “Ναι σε θέλω. Το ξέρω ότι το έχω δείξει, αφού και εγώ το έχω νιώσει. Αλλά για λόγους που δεν ξέρεις και ίσως δεν σε αφορούν, αυτή τη στιγμή στη ζωή μου δεν χωράς. Γιατί η ζωή μου τώρα είναι μπέρδεμα. Και δεν θα είμαι όπως θέλω να είμαι με σένα. Δεν θα καταλάβεις».
Και πες μου τώρα ποιός έχει το δίκιο και ποιος το άδικο. Ας έρθει κάποιος πιο σοφός να μου μοιράσει τα δίκια. Και το εύκολο σε αυτή την κατάσταση είναι να πεις ένα «τον μαλάκα, που εξαφανίζεται, που δεν ξεκαθαρίζει, που, που..» και να μεγαλώνει ο θυμός ή η πίκρα για την απόρριψη. Μα δεν υπάρχει απόρριψη. Ο άλλος απλά δεν έχει χώρο τώρα για σένα ή ίσως και για κανέναν. Και είναι ανθρώπινο.
Είδαμε μια οπτική που δεν την περιμέναμε? Ξαφνιάστηκες? Γιατί? Δεν σου έχει περάσει ποτέ από το μικρό και εγωιστικό μυαλουδάκι, που λέει ότι ολος ο κόσμος πρέπει να γυρνάει γύρω σου, ότι τα πράγματα μπορεί να είναι και λίγο αλλιώς? Μήπως η γωνία σταμμάτησε να είναι τόσο κοφτερή? Μήπως στρογγύλεψε λίγο?Οκ ναι έτσι είναι. Αλλά εγώ δεν μπορώ να τα φαντάζομαι τα πράγματα. Να τα ζω θέλω. Και η στάση μου είναι καθαρή. Αν λοιπον βρείς ποτέ τον χρόνο, την διάθεση και τον χώρο, έλα πιο κοντά να με γνωρίσεις,γιατί τελικα δεν με ξερεις. Αν δεν θέλεις δεν μπορώ να κάνω κάτι. Οχι από εγωισμο... Κανένα εγωισμό.
Αλλά δεν μπορώ να στριμώχνομαι άλλο. Δεν γίνεται. Δεν παίρνω αέρα. Θα μαραθώ, θα μαραζώσω, θα πεθάνω. Και δεν θα δεις την όμορφη πλευρά μου, που έχω πίστεψε με και είναι αξιολάτρευτη. Αλλά πρέπει να έχω χώρο. Να νιώθω ότι κινουμαι άνετα. Και εσύ τώρα δεν έχεις χώρο για μένα.
Βρες τον, άνοιξε μου την πόρτα και αν είμαι ακόμα εκεί κοντά θα έρθω. Μέχρι τότε όμως εγώ θα είμαι απ’έξω. Ώσπου να κουραστώ, να βαρεθώ, να κρίνω ότι δεν γίνεται να περιμένω άλλο. Ξεροστάλιασα. Και τότε εκεί που μπορεί να με βλέπεις να στέκομαι, να με δεις να κάνω ένα βήμα πίσω, να γυρίσω πλάτη, να σηκώσω το χέρι και να γνέψω αντίο!.
Για μένα.

Δες το κορμί μου γυμνό και την ψυχή μου ολόγυμνη .
Ψηλαφητά προχωρούν αναζητώντας εκείνο που λείπει και ταιριάζει !
Το Άλφα της αγάπης και το άλφα στερητικό στου χρόνου την πορεία και τον θάνατο ,
το συναντούν στην άφατη ηδονή που κάνει τη στιγμή αθάνατη !
Στην ηδονή που περιέχει το ο-μικρόν - ή το μηδέν;
- και καταλήγει σε ήτα - ή σε ήττα;
Τετάρτη 23 Απριλίου 2008
Καράβι μικρό ...Ζωή θάλασσα...
Θα φύγει κι αυτό
θα δεις θα περάσει
σαν καράβι μικρό
που λιμάνι θα πιάσει
Στου άγριους καιρούς
πόσα είδες ναυάγια
πόσες ζωές
και θαύματα άγια !
Λιμάνια λευκά
κουκίδες στο χάρτη
που θέλεις να βγεις
μα κανείς δεν υπάρχει .
Καράβι μικρό
που κανείς δε σε ξέρει
και καμμία στεριά
δε σου απλώνει το χέρι
Πως σου μοιάζω και γω
όλο όνειρα κάνω
μα τα παίρνει ο Βοριάς
και ποτέ δε τα φτάνω ...
Καράβι μικρό
που κανείς δε σε ξέρει
και καμμία στεριά
δε σου απλώνει το χέρι .
Θα φύγει κι αυτό
θα δεις θα περάσει
σαν καράβι μικρό
που λιμάνι θα πιάσει !
Στην πλώρη μπροστά
κι αν είδες ναυάγια
θα δεις και στεριές
και θάυματα άγια !
Λιμάνια λευκά
κουκίδες στο χάρτη
που θέλεις να βγεις
μα κανείς δεν υπάρχει ...
Καράβι μικρό
που κανείς δε σε ξέρει
και καμμία στεριά
δε σου απλώνει το χέρι
Πως σου μοιάζω και γω
όλο όνειρα κάνω
μα τα παίρνει ο Βοριάς
και ποτέ δε τα φτάνω
Καράβι μικρό
που κανείς δε σε ξέρει
και καμμία στεριά
δε σου απλώνει το χέρι !
Πως σου μοιάζω και γω
όλο όνειρα κάνω
μα τα παίρνει ο Βοριάς
και ποτέ δε τα φτάνω ...
Καράβι μικρό
για που ταξιδεύεις
και πόσες φορές
στεριά αγναντεύεις ...
Δευτέρα 14 Απριλίου 2008
Δέκα χρόνια και κάτι...

Μη με κοιτάς
Δεν έχω άλλο εαυτό
Μη με κοιτάς
Δεν έχω άλλο να σου δώσω
Μονάχα αυτό
Ένα χαμόγελο αδειανό
Και μια ολόκληρη ζωή να την παγώσω
Μη με ρωτάς
Δεν έχω κάτι να σου πώ
Μη με ρωτάς
Που εγώ δε ρώτησα καθόλου
Με μια ματιά
Σε είδα κι είπα σ'αγαπώ
Και τα καρφιά
Δεν υπολόγησα του χρόνου
Δέκα χρόνια από τη ζωή μου
Σαν ανάσες φύγανε
Δέκα χρόνια απ'την ψυχή μου
Πες μου που να πήγανε
Ούτε ένα,ούτε δύο
Δέκα χρόνια σου έδωσα
Σαν ατέλειωτο αντίο
Που ποτέ δεν τέλειωσα
Μη μου ζητάς
Δεν έχω...
Παρασκευή 4 Απριλίου 2008
Για σενα ..
Παντα τη θαλασσα ελευθερος θ'αγαπας.
Αυτη ειναι ο καθρεφτης σου..Κοιταζεις τους βυθους σου στο κυλισμα το ατελειωτο
του κυματος κι ο νους σου κλεινει κι αυτος την πικρα της αβυσσου!
Σ'αρεσει να βυθιζεσαι στο πελαγο που σου μοιαζει.Να κλεινεις στην αγκαλια σου
θες τον ωκεανο..Και της καρδιας σου η τρικυμια καθε φορα ησυχαζει,ακουγοντας τον αγριο και αδαμαστο αναστεναγμο του !
Ειστε και οι δυο σκοτεινοι και αποκρυφοι.Κανεις δεν μετρησε την απατη αβυσσο σου.
Κανεις δεν ξερει τον πλουτο τον κρυφο σου!Τοσο με ζηλια κρυβετε τα μυστικα σας εσεις !
Εσυ και η θαλασσα!
Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008
Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008
'Ηλιος Θεός...
Σαν το σύννεφο φεύγω πετάω
έχω φίλο τον ήλιο Θεό
με του αγέρα το νέκταρ μεθάω
αγκαλιάζω και γη κι ουρανό
Και χωρίς τα φτερά δε φοβάμαι
το γαλάζιο ζεστή αγκαλιά
στα ψηλά τα βουνά να κοιμάμαι
στο Αιγαίο να δίνω φιλιά
Λευτεριά στους ανέμους ζητάω
έχω πάψει να είμαι θνητός
ανεβαίνω ψηλά κι αγαπάω
δίχως σώμα χρυσός αετός
Και χωρίς τα φτερά δε φοβάμαι
το γαλάζιο ζεστή αγκαλιά
στα ψηλά τα βουνά να κοιμάμαι
στο Αιγαίο να δίνω φιλιά
Σαν το σύννεφο φεύγω πετάω
έχω φίλο τον ήλιο Θεό
με του αγέρα το νέκταρ μεθάω
αγκαλιάζω και γη κι ουρανό
Σελήνη μου που γέμισες, φώτισε το Αιγαίο, κάτω απ' το φως σου τ' όμορφο, το σ' αγαπώ να λέω! Αφιερωμένο εξαιρετικά...
έχω φίλο τον ήλιο Θεό
με του αγέρα το νέκταρ μεθάω
αγκαλιάζω και γη κι ουρανό
Και χωρίς τα φτερά δε φοβάμαι
το γαλάζιο ζεστή αγκαλιά
στα ψηλά τα βουνά να κοιμάμαι
στο Αιγαίο να δίνω φιλιά
Λευτεριά στους ανέμους ζητάω
έχω πάψει να είμαι θνητός
ανεβαίνω ψηλά κι αγαπάω
δίχως σώμα χρυσός αετός
Και χωρίς τα φτερά δε φοβάμαι
το γαλάζιο ζεστή αγκαλιά
στα ψηλά τα βουνά να κοιμάμαι
στο Αιγαίο να δίνω φιλιά
Σαν το σύννεφο φεύγω πετάω
έχω φίλο τον ήλιο Θεό
με του αγέρα το νέκταρ μεθάω
αγκαλιάζω και γη κι ουρανό
Σελήνη μου που γέμισες, φώτισε το Αιγαίο, κάτω απ' το φως σου τ' όμορφο, το σ' αγαπώ να λέω! Αφιερωμένο εξαιρετικά...
Παρασκευή 14 Μαρτίου 2008

Στον καπνό του τσιγάρου μου
τη μορφή σου αντικρίζω
τα χέρια απλώνω ν σ'αγγίξω
μα ο καπνός
από τα δάχτυλά μου ξεγλιστράει
τότε τ'όνειρο διαλύεται
κι πραγματικότητα
πιο σκληρή από ποτέ χαστούκια
απανωτά μου δίνει μήπως και ξυπνήσω ...
Κάθε ράπισμα,
φωτιά στα μάγουλά μου
κάθε δαχτυλιά
σημάδι ανεξίτηλο
κι εσύ μέσα στο καπνό,
σατανικό χορό χορεύεις γύρω μου,
σαρκάζοντας το πόνο μου,
χλευάζοντας τα δάκρυά μου..
Με μάτια μελαγχολικά,
τη πραγματικότητα ικετεύω να φύγει
για να ρθει τα όνειρο
κι ο ύπνος που τις νύχτες
όσο και να θέλω δε με παίρνει..
Ξεσπώ τότε σε δάκρυα
κάθε δάκρυ τα σανίδια
της κάμαράς μου ποτίζει
έρχεται η σαπίλα αναπάντεχα
τη θέση των αναμνήσεων να πάρει
κι εσύ μούχλα στους τοίχους γίνεσαι
που κάθε τόσο τη ψηλαφίζω
μήπως έτσι κάτι από σένα κρατήσω
μήπως κάτι κρατήσω ζωντανό
να σε θυμάμαι...
τη μορφή σου αντικρίζω
τα χέρια απλώνω ν σ'αγγίξω
μα ο καπνός
από τα δάχτυλά μου ξεγλιστράει
τότε τ'όνειρο διαλύεται
κι πραγματικότητα
πιο σκληρή από ποτέ χαστούκια
απανωτά μου δίνει μήπως και ξυπνήσω ...
Κάθε ράπισμα,
φωτιά στα μάγουλά μου
κάθε δαχτυλιά
σημάδι ανεξίτηλο
κι εσύ μέσα στο καπνό,
σατανικό χορό χορεύεις γύρω μου,
σαρκάζοντας το πόνο μου,
χλευάζοντας τα δάκρυά μου..
Με μάτια μελαγχολικά,
τη πραγματικότητα ικετεύω να φύγει
για να ρθει τα όνειρο
κι ο ύπνος που τις νύχτες
όσο και να θέλω δε με παίρνει..
Ξεσπώ τότε σε δάκρυα
κάθε δάκρυ τα σανίδια
της κάμαράς μου ποτίζει
έρχεται η σαπίλα αναπάντεχα
τη θέση των αναμνήσεων να πάρει
κι εσύ μούχλα στους τοίχους γίνεσαι
που κάθε τόσο τη ψηλαφίζω
μήπως έτσι κάτι από σένα κρατήσω
μήπως κάτι κρατήσω ζωντανό
να σε θυμάμαι...
Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008
Για πού το'βαλες καρδιά μου...
Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008
Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2008
Wish you were here...
'Οσο σκληρά κι αν προσπαθώ ,
πάντα στη σκέψη μου γυρνάς....
'Οταν μ'ακούς να τραγουδώ,
στ'αλήθεια κλαίω για σένα...
Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008
........................

Μερικές μέρες θέλεις απλά να γράφεις...
Έτσι απλά να φυσάς από μέσα σου την τελευταία λέξη
Αυτή που σε πνίγει
Και μετά την προηγούμενη και ξανά την προηγούμενη
Μήπως και φτάσεις στην αρχή
Μήπως και καταλάβεις ποια σε ναυάγησε
Μήπως και βρείς την σημαδούρα
Αυτή που σημάδευε τα όρια που πέρασες
και βρέθηκες στο ανοιχτό πέλαγος
Εκεί που ανάσανες αλμύρα
και γέμισες τα πνευμόνια σου πίκρα
Γαλάζια θα μου πεις, ελεύθερη θα σου ανταπαντήσω
μα πίκρα
Έτσι κι αλλιώς τα σκέτα μ' αρέσουν,
Να έχω την αλήθεια της γεύσης στο στόμα
όχι τη νοθευμένη γλύκα της ζάχαρης
Άσχετα αν κάποια στιγμή άρχισα να βάζω
μια κουταλιά ζάχαρη στον καφέ μου
Για να μην ξεχνώ να βάζω στον δικό σου ...
και σε πικραίνω
Μα η πίκρα δεν μετριέται με τις κουταλιές της ζάχαρης
μωρό μου
Τώρα το κατάλαβα
Και σταμάτησα να βάζω ζαχαρίτσα υπενθύμησης
και δεν ξεχνώ πια να σου γλυκαίνω τον καφέ
Γιατί εκεί στ' ανοιχτά που βρέθηκα, οι καρχαρίες
δεν ξεγελιούνται με ένα κύβο ζάχαρη
Σάρκες θέλουν για να χορτάσουν
Αίμα για να μεθύσουν
Κι εμένα το σκαρί μου κινδύνεψε πολλές φορές να ναυαγήσει
Κυκλόφερναν τα θηρία, σίγουρα πως θα με ξεσκίσουν
Μα κι αν βρέθηκα στο βυθό πολλές φορές
ήξερα να κρατώ ανάσες, ήξερα δυνατό κολύμπι
Σώθηκα κι ας περίμεναν οι καρχαρίες να τους κάνω
τα γλυκά μάτια για να γλιτώσω
Γλάρος γινόμουνα και πέταγα μακριά
κι αυτό μου το έμαθες εσύ ψυχή μου...
Εσύ μ' έμαθες να πετάω, εσύ μου ξεδίπλωσες τα φτερά
Εσύ μου έμαθες να περνώ Συμπληγάδες
Μα εμένα μου αρέσουν οι πλεύσεις καρδιά μου
και μόλις μερεμετίσω το σκαρί μου , ξανά στο τιμόνι
Για τα γαλάζια ταξίδια μου, πέρα από τις σημαδούρες
Κι εσύ κάπου εκεί γύρω να πετάς, πότε δίπλα μου
και πότε λίγο πιο μακριά ,στις δικές σου αναζητήσεις
Μα είσαι εκεί ,δεν χάνεις το σημαδάκι
από το λευκό πανί του δικού μου πλεούμενου
Σε χαίρομαι αγάπη μου , στο πέταγμά σου ανασαίνω
την δική σου ελευθερία
Κι όταν κάποιες στιγμές κάθεσαι στα άλμπουρα
και με προσκαλείς στα ταξίδια σου
ρίχνω την άγκυρα και σ' ακολουθώ,
στα δικά μας πετάγματα, στα δικά μας ταξίδια
Κι είναι φορές που στο σκαρί μου αράζεις
λιμάνια προσμένοντας, κι ανάσες αλμύρας
Μα μόνο για λίγο μάτια μου
Σε προκαλεί το απέραντο γαλάζιο του ουρανού
Φτερωτός ταξιδευτής του απείρου
Αέναος αναζητητής αυτού που δεν γνωρίζεις
ΓΙΑ ΣΕΝΑ...
Μόνο...
Πάντα...
Ανάσα μου...
Έτσι απλά να φυσάς από μέσα σου την τελευταία λέξη
Αυτή που σε πνίγει
Και μετά την προηγούμενη και ξανά την προηγούμενη
Μήπως και φτάσεις στην αρχή
Μήπως και καταλάβεις ποια σε ναυάγησε
Μήπως και βρείς την σημαδούρα
Αυτή που σημάδευε τα όρια που πέρασες
και βρέθηκες στο ανοιχτό πέλαγος
Εκεί που ανάσανες αλμύρα
και γέμισες τα πνευμόνια σου πίκρα
Γαλάζια θα μου πεις, ελεύθερη θα σου ανταπαντήσω
μα πίκρα
Έτσι κι αλλιώς τα σκέτα μ' αρέσουν,
Να έχω την αλήθεια της γεύσης στο στόμα
όχι τη νοθευμένη γλύκα της ζάχαρης
Άσχετα αν κάποια στιγμή άρχισα να βάζω
μια κουταλιά ζάχαρη στον καφέ μου
Για να μην ξεχνώ να βάζω στον δικό σου ...
και σε πικραίνω
Μα η πίκρα δεν μετριέται με τις κουταλιές της ζάχαρης
μωρό μου
Τώρα το κατάλαβα
Και σταμάτησα να βάζω ζαχαρίτσα υπενθύμησης
και δεν ξεχνώ πια να σου γλυκαίνω τον καφέ
Γιατί εκεί στ' ανοιχτά που βρέθηκα, οι καρχαρίες
δεν ξεγελιούνται με ένα κύβο ζάχαρη
Σάρκες θέλουν για να χορτάσουν
Αίμα για να μεθύσουν
Κι εμένα το σκαρί μου κινδύνεψε πολλές φορές να ναυαγήσει
Κυκλόφερναν τα θηρία, σίγουρα πως θα με ξεσκίσουν
Μα κι αν βρέθηκα στο βυθό πολλές φορές
ήξερα να κρατώ ανάσες, ήξερα δυνατό κολύμπι
Σώθηκα κι ας περίμεναν οι καρχαρίες να τους κάνω
τα γλυκά μάτια για να γλιτώσω
Γλάρος γινόμουνα και πέταγα μακριά
κι αυτό μου το έμαθες εσύ ψυχή μου...
Εσύ μ' έμαθες να πετάω, εσύ μου ξεδίπλωσες τα φτερά
Εσύ μου έμαθες να περνώ Συμπληγάδες
Μα εμένα μου αρέσουν οι πλεύσεις καρδιά μου
και μόλις μερεμετίσω το σκαρί μου , ξανά στο τιμόνι
Για τα γαλάζια ταξίδια μου, πέρα από τις σημαδούρες
Κι εσύ κάπου εκεί γύρω να πετάς, πότε δίπλα μου
και πότε λίγο πιο μακριά ,στις δικές σου αναζητήσεις
Μα είσαι εκεί ,δεν χάνεις το σημαδάκι
από το λευκό πανί του δικού μου πλεούμενου
Σε χαίρομαι αγάπη μου , στο πέταγμά σου ανασαίνω
την δική σου ελευθερία
Κι όταν κάποιες στιγμές κάθεσαι στα άλμπουρα
και με προσκαλείς στα ταξίδια σου
ρίχνω την άγκυρα και σ' ακολουθώ,
στα δικά μας πετάγματα, στα δικά μας ταξίδια
Κι είναι φορές που στο σκαρί μου αράζεις
λιμάνια προσμένοντας, κι ανάσες αλμύρας
Μα μόνο για λίγο μάτια μου
Σε προκαλεί το απέραντο γαλάζιο του ουρανού
Φτερωτός ταξιδευτής του απείρου
Αέναος αναζητητής αυτού που δεν γνωρίζεις
ΓΙΑ ΣΕΝΑ...
Μόνο...
Πάντα...
Ανάσα μου...
Οι νύχτες μου μακριά σου...

Εκείνος
Aναγνώριζα τους πελάτες, όχι με το όνομα ή την μορφή τους, αλλά από τα πιάτα που τους σέρβιρα. Στήθος κοτόπουλου ή γαλοπούλας, με πουρέ, ντομάτα, κρεμμύδι ή χωρίς, τσίλι ή πίκλες.
Κάθε παραγγελία έκρυβε πίσω της κάποιον ερωτομανή, ανέραστο, τσιγγούνη, μοναχικό ή απελπισμένο.Κάθε ξημέρωμα, σκούπιζε της νύχτας στόματα πεινασμένα κι αχόρταγα.
Μιά τέτοια στιγμή ήταν που φεύγοντας ο τελευταίος πελάτης, εμφανίστηκες εσύ.
Καθάριζα το μωσαικό από τις πατημασιές και τα ψίχουλα, και τις δαχτυλιές από τα διάφανα τζάμια που φανέρωναν γλυκά και παγωτά, ό,τι είχε απομείνει από την προηγουμένη.
Κάθισες απαλά στά δάχτυλα μου σαν πεταλούδα. Με φτερά τσακισμένα.
Έδειχνες τόσο μόνη κι αβοήθητη, που ήθελα να σ ακουμπήσω, να νοιώσω το δέρμα σου,
μα φοβήθηκα μη σε πονέσω περισσότερο. Σου έδωσα όσο περισσότερη στοργή και τρυφερότητα διέθετα. Ήξερα πως οτιδήποτε περισσότερο, θα ήταν μάταιο. Λάθος timing.Πόνεσες πολύ, κι έπρεπε να ανακτήσεις την εμπιστοσύνη σου στους ανθρώπους.
Να διαπιστώσεις πως ίσως να υπάρχει κάποιος που θα σε κρύψει ανάμεσα στα χέρια του διπλωμένα κουφωτά, δίχως να έχει διάθεση να σε πληγώσει.Ερχόσουν κάθε βράδυ, όχι γιά να συναντήσεις εμένα αλλά τον άνθρωπο που αγαπούσες, που μέχρι εχθές είσασταν μαζί. Οχι δεν ξαναπέρασε από εδώ, ούτε μόνος ούτε με την 'άλλη'.Ήρθε η ώρα να μάθεις πως η αγάπη δεν κρατάει πολύ. Κι οι σχέσεις είναι αυτό που ονειρευόμαστε πως θα θέλαμε κι όχι αυτό που πραγματικά παίρνουμε. Ξημερώματα μου ζητούσες πάντα ένα πιάτο με blueberry pie και δίπλα μία μπάλα παγωτό βανίλια. Σου σέρβιρα διπλή δόση κι ας μη στο είχα πει ποτέ. Ήσουν ήρεμη καθώς βυθιζόσουν με βουλιμία στην γλύκα της ζάχαρης. Το πάθος ξεχνιέται μ ένα άλλο πάθος! Γελούσαμε μα διέκρινα τις σκιές στα μάτια σου.Άφηνες στην άκρη των χειλιών σου στάλες παγωτού κι εγώ ήθελα να γλύψω τα χείλια σου, δεν με κατάλαβες, κουρασμένη είχες παραδοθεί στην αγκαλιά του μορφέα.
Ήταν ό,τι πιό όμορφο είχα από σένα, γιά μέρες μετά, όταν ήδη είχες φύγει με προορισμό το παντού και το πουθενά, θέλοντας να ξεπεράσεις ένα άσχημο τέλος. Γιά σένα ήταν μία αλλαγή!
Εκείνη
Δεν ήταν μόνο που δεν ήθελες να με ξαναδείς, ήταν που μου το είπες από το τηλέφωνο.
Δεν είχες τη τόλμη ούτε να με κοιτάξεις στα μάτια. Σε ρώτησα γιατί; Δεν απάντησες.
Το ίδιο βράδυ, ήρθα κάτω από το παράθυρο σου. Ήταν φωτισμένο, ήξερα τι κάνεις την κάθε στιγμή. Ένα θέατρο σκιών έπαιζες με άλλο παιχνιδάκι.
Γύρισα στο πλάι κι έκλαψα γιά ώρες.
Αυτό που με πόνεσε περισσότερο, ήταν που άργησα να σε βγάλω από μέσα μου.
Υπέφερα στο τέλος κάθε νύχτας περιμένοντας να σας δω έστω και μαζί. Μάταια.
Καθόμουν σ ένα τραπέζι και μιλούσα σ εκείνο το αγόρι που μου σέρβιρε γενναίες δόσεις blueberry pie με μπάλες παγωτό βανίλια.
Στην αρχή μας χώριζε μιά μεταλική μπάρα, έπειτα μας χώριζε μόνο η σκέψη σου. Κουρασμένη από την αναζήτηση και την προσμονή, παραδινόμουν στην αγκαλιά του μορφέα. Ονειρευόμουν πως με φιλούσες με χείλια λερωμένα με παγωτό.
Έφυγα. Έπρεπε να βρω τον εαυτό μου, να δεχτώ και να ξεπεράσω τα γεγονότα. Βρήκα δουλειά στο πρώτο φαστφουντάδικο που με άφησε το λεωφορείο.
Αφέθηκα, ρίσκαρα,γνώρισα, έζησα μα κυρίως δέχτηκα μέσα μου την αλλαγή. Συνάντησα ανθρώπους με σημαντικότερα προβλήματα από τα δικά μου. Με αληθινά πάθη.
Και ίσως μη αναστρέψιμα. 'Αλλωστε τα προσωπικά πάθη, ξεπερνιούνται με το συναίσθημα της προσφοράς.Και κάθε βράδυ, του έγραφα γράμματα με μυρωδιά βανίλιας , στο βαθύ κόκκινο των μούρων. Γράμματα δίχως διεύθυνση αποστολέα. Μόνο το όνομα μου...
Από την μιά άδειαζα από εσένα και από την άλλη γέμιζα με την σκέψη του.
Ένα βράδυ, θέλησα να ξανασυναντήσω το βλέμμα του. Λίγο πριν, πέρασα κάτω από το παράθυρο σου. Το διαμέρισμα ήταν σκοτεινό και άδειο και στα τζάμια φιγουράριζε ένα χάρτινο 'Ενοικιάζεται'.Αυτός ήταν εκεί και με περίμενε. Δέχτηκα την τρυφερότητα του, δόθηκα στα φιλιά του. Ήξερα πιά πως αυτή που τον κρατούσε όλη την νύχτα στην αγκαλιά της, ήμουν Εγώ!
Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008
Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2008
Αληθινή και ειλικρινής αγάπη
Η αληθινή και ειλικρινής αγάπη... αυτή που βλέπεις στις ταινίες και διαβάζεις στα περιοδικά...
Υπάρχει όμως;;;
Ο τέλειος άντρας και η τέλεια γυναίκα δεν υπάρχουν...
Υπάρχει μόνο η τέλεια αγάπη, αυτή που προσφέρεις χωρίς όρους και χωρίς να ζητάς ανταλλάγματα...
Αυτή είναι η τέλεια αγάπη.
Υπάρχει όμως;;;
Ο τέλειος άντρας και η τέλεια γυναίκα δεν υπάρχουν...
Υπάρχει μόνο η τέλεια αγάπη, αυτή που προσφέρεις χωρίς όρους και χωρίς να ζητάς ανταλλάγματα...
Αυτή είναι η τέλεια αγάπη.
Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2008
Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2008
Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008

Σ'ένα χαρτί όλες οι πληγές
τίς έγραψα για να ναι καθαρές.
Με κόκκινο βάζω αυτές που έχω από σένα..
Έχω γεμίσει πολλές σελίδες κι εσύ μου λες να έχω ελπίδες ν'αγαπηθούμε απ την αρχή,
δεν θα τ'αφήσω να συμβεί...
Τελευταία φορά τα δικά σου σκαλιά ανεβαίνω και φτάνω στο τέρμα.
Πάλι φεύγω από εδώ μ'ένα βήμα αργό κι οδηγώ στο αντίθετο ρεύμα.
Τ'όνειρο τρέχει σαν το νερό ,αχ και να ήταν καθαρό...
Δεν φταις εσύ ούτε κι εγώ ,η μοναξιά μας φταίει...
Του καθενός μας η καρδιά άλλα τραγούδια λέει κρυφά.
Μη με μαλώνεις σαν παιδί τώρα μαθαίνω απ' τη ζωή.
Τελευταία φορά...
Απ τις φορές που τα τραγούδια μιλούν αντί για μας κι έτσι φτάνουν όσα θέλουμε να πούμε εκεί που δεν μπορούμε πια να μιλήσουμε,ή αν μιλήσουμε δεν θα μας ακούσουν...Συμβαίνει κι αυτό.Να θες να πεις μόνο μια λέξη,μια πρόταση κι ο άλλος να'χει-χρόνια τώρα- αυτιά,μάτια,καρδιά,ψυχή κλειστά.
Σαν να'χεις γι αυτόν,από καιρό πεθάνει.
Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008
Δικαίωμα...

Και δικαίωμα δεν έχω πια να σ' αγαπώ
το στερέωμα της μοναξιάς μου θαν' αυτό.
Να σ' αγκαλιάζω μια φορά
ούτε με φτάνει κι ούτε μ' αφορά
κάποτε θέλαμε κι οι δυο
Μα τώρα πιασε θέλω για τον εαυτό μου....
Και δικαίωμα δεν έχω πια να σ' αγαπώ.
Και δικαίωμα δεν έχεις πια να με κρατάς
στο μεσαίωνα της λογικής σου να με πας...
Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008

Πάλι μέτρησα τ΄αστέρια κι όμως κάποια λείπουνε
μόνο τα δικά σου χέρια δε μ΄ εγκαταλείπουνε
πώς μ΄αρέσουν τα μαλλιά σου στη βροχή να βρέχονται
τα φεγγάρια στο κορμί σου να πηγαινοέρχονται
Να κοιμηθούμε αγκαλιά, να μπερδευτούν τα όνειρά μας
και στων φιλιών τη μουσική ρυθμό να δίνει η καρδιά μας
Να κοιμηθούμε αγκαλιά να μπερδευτούν τα όνειρά μας,
για μια ολόκληρη ζωή να είναι η βραδιά δικιά μας
Τα φιλιά σου στο λαιμό μου μοιάζουνε με θαύματα σαν τριαντάφυλλα
που ανοίγουν πριν απ΄τα χαράματα
στων ματιών σου το γαλάζιο έριξα τα δίχτυα μου
στις δικές σου παραλίες θέλω τα ξενύχτια μου
Να κοιμηθούμε αγκαλιά ,να μπερδευτούν τα όνειρά μας
και στων φιλιών τη μουσική ρυθμό να δίνει η καρδιά μας
Να κοιμηθούμε αγκαλιά, να μπερδευτούν τα όνειρά μας
για μια ολόκληρη ζωή να είναι η βραδιά δικιά μας....
Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2008
Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008
Πριγκιπέσσα.....

Άλλα θέλω κι άλλα κάνω, πώς να σου το πω... Έλεγα «περνούν τα χρόνια, θα συμμορφωθώ!» Μα είναι δώρο άδωρο ν'άλλάξεις χαρακτήρα. Τζάμπα κρατάς λογαριασμό, τζάμπα σωστός με το στανιό.
Έξω φυσάει αέρας κι όμως μέσα μου, μέσα σ'αυτό το σπίτι, πριγκιπέσσα μου, το φως σου και το φως χορεύουν γύρω μας...Απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας!
Άλλα θέλω κι άλλα κάνω κι έφτασα ως εδώ. Λάθη, στραβά και πάθη μ'έβγαλαν σωστό. Ξημερώματα στο δρόμο ρίχνω πετονιά. Πιάνω τον εαυτό μου και χάνω το μυαλό μου.
Έξω φυσάει αέρας κι όμως μέσα μου, μέσα σ'αυτό το σπίτι, πριγκιπέσσα μου, το φως σου και το φως χορεύουν γύρω μας...Απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας!
Crazy horse (1849-1877) Tashunca uitco

Γνωστός για την αγριότητα του στις μάχες, το Τρελό 'Αλογο ήταν επίσης αναγνωρισμένος απο τους ανθρώπους του ως διορατικός αρχηγός δεσμευμένος στις παραδόσεις και αξίες του τρόπου ζωής των Lakota.
Ακόμα και ως νέος, το Τρελό Άλογο ήταν μυθικός πολεμιστής. Έκλεβε άλογα από τους Ινδιάνους Crow πριν κλείσει τα 13 του, και οδήγησε την πρώτη μάχη του πριν κλείσει τα 20. Το Τρελό Άλογο πολέμησε στον πόλεμο του 1865-68 υπό την αρχηγία του Κόκκινου Σύννεφου (Red Cloud) αρχηγού της φυλής των Ogala. Ο πόλεμος ήταν ενάντια στους Αμερικάνους που είχαν εδρεύσει στην περιοχή Wyoming. Το Τρελό Άλογο επίσης έπαιξε ρόλο-κλειδί στην καταστροφή της μεραρχίας του William J. Fetterman στο φρούριο Phil Kearny το 1867.
Το Τρελό Άλογο κέρδισε την φήμη του ανάμεσα στους Lakota όχι μόνο χάρη στην ικανότητα του και τόλμη στις μάχες άλλα επίσης και για την έντονη αποφασιστικότητα του να κρατήσει τον παραδοσιακό τρόπο ζωής των ανθρώπων του. Για παράδειγμα, αρνήθηκε, να επιτρέψει να τραβηχτούν φωτογραφίες του. Επίσης πολέμησε ενάντια στην Αμερικάνικη εισβολή στην Γη των Lakota, ακολουθώντας την συνθήκη που είχε γίνει το 1868 στο Φρούριο Laramie, βοηθώντας την επίθεση σε ένα κατασκοπευτικό απόσπασμα που είχε σταλθεί στην περιοχή Black Hills, απο τον Στρατηγό George Armstrong Custer to 1873.
Όταν το Αμερικάνικο πολεμικό τμήμα της κυβερνήσεως διέταξε όλες τις ομάδες των Lakota να εγκατασταθούν στους καταυλισμούς υπό την Αμερικάνικη κυβέρνηση, το Τρελό Άλογο έγινε ο αρχηγός της Αντίστασης. Κοντινός σύμμαχος με τους Cheyenne, λόγω του πρώτου γάμου του με μια γυναίκα των Cheyenne, συγκέντρωσε δύναμη 1200 πολεμιστών Ogala και Cheyenne στο χωριό του. Με αυτό το στρατό, ανάγκασε τον Στρατηγό George Crook σε υποχώρηση στις 17 Ιουνίου,1876, καθώς ο τελευταίος προσπαθούσε να εισχωρήσει μέσω του φαραγγιού Rosebud προς την κατασκήνωση του Καθιστού Ταύρου στον ποταμό Little Bighorn. Μετά την νίκη του, το Τρελό Άλογο ένωσε δυνάμεις με τον Καθιστό Ταύρο και στις 25 Ιουνίου οδήγησε την ομάδα του στην αντεπίθεση που κατέστρεψε τον Έβδομο Ιλό του Στρατηγού Custer, απωθώντας έτσι τους Αμερικάνους απο τον Βορρά και την Δύση ενώ πολεμιστές Hunkpapa οδηγούμενοι από τον αρχηγό Gall επιτίθεντο από Νότο και Ανατολή.
Ακολουθώντας την νίκη των Lakota στον ποταμό Little Bighorn, ο Καθιστός Ταύρος και ο Gall υποχώρησαν στον Καναδά, αλλά το Τρελό Άλογο παρέμεινε για να δώσει μάχη με τον Στρατηγό Nelson Miles ο οποίος κυνηγούσε ασταμάτητα τους Lakota και τους συμμάχους τους κατά την διάρκεια του χειμώνα 1876-77. Αυτή η αδιάκοπη στρατιωτική παρενόχληση καθώς και η μείωση του πληθυσμού των βουβάλων ανάγκασαν τελικά το Τρελό Άλογο να παραδοθεί στις 6 Μάιου 1877. Εκτός από τον Gall και τον Kκαθιστό Ταύρο (Sitting Bull), ήταν ο τελευταίος σημαντικός αρχηγός που ενέδωσε.
Ακόμα και στην ήττα όμως, το Τρελό Άλογο παρέμεινε ανεξάρτητο πνεύμα. Τον Σεπτέμβριο του 1877, όταν έφυγε από τον Αμερικάνικο καταυλισμό χωρίς άδεια, για να πάει την άρρωστη γυναίκα του στους γονείς της, ο Στρατηγός George Crook διέταξε την σύλληψή του, φοβούμενος ότι σχεδίαζε να ξαναγυρίσει στις μάχες. Το Τρελό Άλογο, αρχικά δεν αντιστάθηκε στην σύλληψη, αλλά όταν αντιλήφθηκε ότι τον οδηγούσαν σε στρατώνα άρχισε να παλεύει, και ενώ τα χέρια του ήταν ακινητοποιημένα από έναν από τους στρατιωτικούς που τον συνέλαβαν, ένας άλλος στρατιώτης τον κάρφωσε με την λεπίδα στην άκρη του όπλου του, σκοτώνοντας έτσι το Τρελό Άλογο.
Ακόμα και ως νέος, το Τρελό Άλογο ήταν μυθικός πολεμιστής. Έκλεβε άλογα από τους Ινδιάνους Crow πριν κλείσει τα 13 του, και οδήγησε την πρώτη μάχη του πριν κλείσει τα 20. Το Τρελό Άλογο πολέμησε στον πόλεμο του 1865-68 υπό την αρχηγία του Κόκκινου Σύννεφου (Red Cloud) αρχηγού της φυλής των Ogala. Ο πόλεμος ήταν ενάντια στους Αμερικάνους που είχαν εδρεύσει στην περιοχή Wyoming. Το Τρελό Άλογο επίσης έπαιξε ρόλο-κλειδί στην καταστροφή της μεραρχίας του William J. Fetterman στο φρούριο Phil Kearny το 1867.
Το Τρελό Άλογο κέρδισε την φήμη του ανάμεσα στους Lakota όχι μόνο χάρη στην ικανότητα του και τόλμη στις μάχες άλλα επίσης και για την έντονη αποφασιστικότητα του να κρατήσει τον παραδοσιακό τρόπο ζωής των ανθρώπων του. Για παράδειγμα, αρνήθηκε, να επιτρέψει να τραβηχτούν φωτογραφίες του. Επίσης πολέμησε ενάντια στην Αμερικάνικη εισβολή στην Γη των Lakota, ακολουθώντας την συνθήκη που είχε γίνει το 1868 στο Φρούριο Laramie, βοηθώντας την επίθεση σε ένα κατασκοπευτικό απόσπασμα που είχε σταλθεί στην περιοχή Black Hills, απο τον Στρατηγό George Armstrong Custer to 1873.
Όταν το Αμερικάνικο πολεμικό τμήμα της κυβερνήσεως διέταξε όλες τις ομάδες των Lakota να εγκατασταθούν στους καταυλισμούς υπό την Αμερικάνικη κυβέρνηση, το Τρελό Άλογο έγινε ο αρχηγός της Αντίστασης. Κοντινός σύμμαχος με τους Cheyenne, λόγω του πρώτου γάμου του με μια γυναίκα των Cheyenne, συγκέντρωσε δύναμη 1200 πολεμιστών Ogala και Cheyenne στο χωριό του. Με αυτό το στρατό, ανάγκασε τον Στρατηγό George Crook σε υποχώρηση στις 17 Ιουνίου,1876, καθώς ο τελευταίος προσπαθούσε να εισχωρήσει μέσω του φαραγγιού Rosebud προς την κατασκήνωση του Καθιστού Ταύρου στον ποταμό Little Bighorn. Μετά την νίκη του, το Τρελό Άλογο ένωσε δυνάμεις με τον Καθιστό Ταύρο και στις 25 Ιουνίου οδήγησε την ομάδα του στην αντεπίθεση που κατέστρεψε τον Έβδομο Ιλό του Στρατηγού Custer, απωθώντας έτσι τους Αμερικάνους απο τον Βορρά και την Δύση ενώ πολεμιστές Hunkpapa οδηγούμενοι από τον αρχηγό Gall επιτίθεντο από Νότο και Ανατολή.
Ακολουθώντας την νίκη των Lakota στον ποταμό Little Bighorn, ο Καθιστός Ταύρος και ο Gall υποχώρησαν στον Καναδά, αλλά το Τρελό Άλογο παρέμεινε για να δώσει μάχη με τον Στρατηγό Nelson Miles ο οποίος κυνηγούσε ασταμάτητα τους Lakota και τους συμμάχους τους κατά την διάρκεια του χειμώνα 1876-77. Αυτή η αδιάκοπη στρατιωτική παρενόχληση καθώς και η μείωση του πληθυσμού των βουβάλων ανάγκασαν τελικά το Τρελό Άλογο να παραδοθεί στις 6 Μάιου 1877. Εκτός από τον Gall και τον Kκαθιστό Ταύρο (Sitting Bull), ήταν ο τελευταίος σημαντικός αρχηγός που ενέδωσε.
Ακόμα και στην ήττα όμως, το Τρελό Άλογο παρέμεινε ανεξάρτητο πνεύμα. Τον Σεπτέμβριο του 1877, όταν έφυγε από τον Αμερικάνικο καταυλισμό χωρίς άδεια, για να πάει την άρρωστη γυναίκα του στους γονείς της, ο Στρατηγός George Crook διέταξε την σύλληψή του, φοβούμενος ότι σχεδίαζε να ξαναγυρίσει στις μάχες. Το Τρελό Άλογο, αρχικά δεν αντιστάθηκε στην σύλληψη, αλλά όταν αντιλήφθηκε ότι τον οδηγούσαν σε στρατώνα άρχισε να παλεύει, και ενώ τα χέρια του ήταν ακινητοποιημένα από έναν από τους στρατιωτικούς που τον συνέλαβαν, ένας άλλος στρατιώτης τον κάρφωσε με την λεπίδα στην άκρη του όπλου του, σκοτώνοντας έτσι το Τρελό Άλογο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







