Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008

Οι νύχτες μου μακριά σου...







Εκείνος



Aναγνώριζα τους πελάτες, όχι με το όνομα ή την μορφή τους, αλλά από τα πιάτα που τους σέρβιρα. Στήθος κοτόπουλου ή γαλοπούλας, με πουρέ, ντομάτα, κρεμμύδι ή χωρίς, τσίλι ή πίκλες.

Κάθε παραγγελία έκρυβε πίσω της κάποιον ερωτομανή, ανέραστο, τσιγγούνη, μοναχικό ή απελπισμένο.Κάθε ξημέρωμα, σκούπιζε της νύχτας στόματα πεινασμένα κι αχόρταγα.

Μιά τέτοια στιγμή ήταν που φεύγοντας ο τελευταίος πελάτης, εμφανίστηκες εσύ.

Καθάριζα το μωσαικό από τις πατημασιές και τα ψίχουλα, και τις δαχτυλιές από τα διάφανα τζάμια που φανέρωναν γλυκά και παγωτά, ό,τι είχε απομείνει από την προηγουμένη.

Κάθισες απαλά στά δάχτυλα μου σαν πεταλούδα. Με φτερά τσακισμένα.

Έδειχνες τόσο μόνη κι αβοήθητη, που ήθελα να σ ακουμπήσω, να νοιώσω το δέρμα σου,

μα φοβήθηκα μη σε πονέσω περισσότερο. Σου έδωσα όσο περισσότερη στοργή και τρυφερότητα διέθετα. Ήξερα πως οτιδήποτε περισσότερο, θα ήταν μάταιο. Λάθος timing.Πόνεσες πολύ, κι έπρεπε να ανακτήσεις την εμπιστοσύνη σου στους ανθρώπους.

Να διαπιστώσεις πως ίσως να υπάρχει κάποιος που θα σε κρύψει ανάμεσα στα χέρια του διπλωμένα κουφωτά, δίχως να έχει διάθεση να σε πληγώσει.Ερχόσουν κάθε βράδυ, όχι γιά να συναντήσεις εμένα αλλά τον άνθρωπο που αγαπούσες, που μέχρι εχθές είσασταν μαζί. Οχι δεν ξαναπέρασε από εδώ, ούτε μόνος ούτε με την 'άλλη'.Ήρθε η ώρα να μάθεις πως η αγάπη δεν κρατάει πολύ. Κι οι σχέσεις είναι αυτό που ονειρευόμαστε πως θα θέλαμε κι όχι αυτό που πραγματικά παίρνουμε. Ξημερώματα μου ζητούσες πάντα ένα πιάτο με blueberry pie και δίπλα μία μπάλα παγωτό βανίλια. Σου σέρβιρα διπλή δόση κι ας μη στο είχα πει ποτέ. Ήσουν ήρεμη καθώς βυθιζόσουν με βουλιμία στην γλύκα της ζάχαρης. Το πάθος ξεχνιέται μ ένα άλλο πάθος! Γελούσαμε μα διέκρινα τις σκιές στα μάτια σου.Άφηνες στην άκρη των χειλιών σου στάλες παγωτού κι εγώ ήθελα να γλύψω τα χείλια σου, δεν με κατάλαβες, κουρασμένη είχες παραδοθεί στην αγκαλιά του μορφέα.

Ήταν ό,τι πιό όμορφο είχα από σένα, γιά μέρες μετά, όταν ήδη είχες φύγει με προορισμό το παντού και το πουθενά, θέλοντας να ξεπεράσεις ένα άσχημο τέλος. Γιά σένα ήταν μία αλλαγή!



Εκείνη



Δεν ήταν μόνο που δεν ήθελες να με ξαναδείς, ήταν που μου το είπες από το τηλέφωνο.

Δεν είχες τη τόλμη ούτε να με κοιτάξεις στα μάτια. Σε ρώτησα γιατί; Δεν απάντησες.

Το ίδιο βράδυ, ήρθα κάτω από το παράθυρο σου. Ήταν φωτισμένο, ήξερα τι κάνεις την κάθε στιγμή. Ένα θέατρο σκιών έπαιζες με άλλο παιχνιδάκι.

Γύρισα στο πλάι κι έκλαψα γιά ώρες.

Αυτό που με πόνεσε περισσότερο, ήταν που άργησα να σε βγάλω από μέσα μου.

Υπέφερα στο τέλος κάθε νύχτας περιμένοντας να σας δω έστω και μαζί. Μάταια.

Καθόμουν σ ένα τραπέζι και μιλούσα σ εκείνο το αγόρι που μου σέρβιρε γενναίες δόσεις blueberry pie με μπάλες παγωτό βανίλια.

Στην αρχή μας χώριζε μιά μεταλική μπάρα, έπειτα μας χώριζε μόνο η σκέψη σου. Κουρασμένη από την αναζήτηση και την προσμονή, παραδινόμουν στην αγκαλιά του μορφέα. Ονειρευόμουν πως με φιλούσες με χείλια λερωμένα με παγωτό.

Έφυγα. Έπρεπε να βρω τον εαυτό μου, να δεχτώ και να ξεπεράσω τα γεγονότα. Βρήκα δουλειά στο πρώτο φαστφουντάδικο που με άφησε το λεωφορείο.

Αφέθηκα, ρίσκαρα,γνώρισα, έζησα μα κυρίως δέχτηκα μέσα μου την αλλαγή. Συνάντησα ανθρώπους με σημαντικότερα προβλήματα από τα δικά μου. Με αληθινά πάθη.

Και ίσως μη αναστρέψιμα. 'Αλλωστε τα προσωπικά πάθη, ξεπερνιούνται με το συναίσθημα της προσφοράς.Και κάθε βράδυ, του έγραφα γράμματα με μυρωδιά βανίλιας , στο βαθύ κόκκινο των μούρων. Γράμματα δίχως διεύθυνση αποστολέα. Μόνο το όνομα μου...

Από την μιά άδειαζα από εσένα και από την άλλη γέμιζα με την σκέψη του.

Ένα βράδυ, θέλησα να ξανασυναντήσω το βλέμμα του. Λίγο πριν, πέρασα κάτω από το παράθυρο σου. Το διαμέρισμα ήταν σκοτεινό και άδειο και στα τζάμια φιγουράριζε ένα χάρτινο 'Ενοικιάζεται'.Αυτός ήταν εκεί και με περίμενε. Δέχτηκα την τρυφερότητα του, δόθηκα στα φιλιά του. Ήξερα πιά πως αυτή που τον κρατούσε όλη την νύχτα στην αγκαλιά της, ήμουν Εγώ!