Γιατί τα βάζω όλα αυτά εδώ και τα στριμώχνω;
Το βράδυ η πόλη εξαφανίζεται σε ένα επαναλαμβανόμενο πείραμα της Φιλαδέλφειας. Την ημέρα χαμογελαστή, ξαναβρίσκεται στην θέση της κάπως μεταλλαγμένη μα ζωντανή.
Τις παρενέργειες τις βλέπουμε μα τις προσπερνάμε, όπως κάνουμε στα χέρια που μας απλώνουν εκεί στις γωνίες της λογικής μας οι ζητιάνοι.Θάβουμε τις τύψεις μας σε νομίσματα του ενός ευρώ πάνω σε λερωμένες παλάμες, σε χιλιάδες δήθεν,
σε ένα ψεύτικο «σ’αγαπώ» που ακόμα κι αυτό φοβόμαστε να το γράψουμε ολόκληρο και βάζουμε στην πρώτη του λέξη απόστροφο εξαφανίζοντας το έψιλον.
Στο τέλος της νύχτας λίγο πριν το λυκόφως , μένει μόνο εκείνος ο λευκός κύκλος γύρω από το φεγγάρι, που σημαίνει σχεδόν πάντα βροχή.
Όλοι οι αποχαιρετισμοί μου , ειπώθηκαν με έναν υπόκοφο αναστεναγμό.
Για σένα, κράτησα μόνο ένα βουβό αντίο και το τίποτα που ως έννοια το συνάντησα πολύ παλιά , σε μια άλλη ίσως ζωή, πριν μετενσαρκωθώ σε αυτό που τώρα είμαι.Για δώρο ζήτησα μια τελευταία συνάντηση χωρίς περιτυλίγματα και χωρίς εκπλήξεις για να μην πάρω ούτε και αυτή.
-Συγνώμη αλλά δεν μπορώ.
-Ναι κι εγώ συγνώμη που ακόμα μπορώ.
Δεν γιορτάζω κάτι, δεν θρηνώ κάτι, η σκέψη μου μια ευθεία στο μόνιτορ των συναισθημάτων. Μια άγρια καταιγίδα έχω μέσα μου που λύτρωση δεν βρίσκει έστω σε μία αστραπή.
Δεν έχει σημασία αν όλες αυτές οι γραμμές είναι για σένα, ή για κάποιον που φαντάστηκα. Σημασία έχει να τις γράψω, να φύγουν.Από εκεί που πηγάζουν, κανονικά θα έπρεπε να είμαι αριστερόχειρας.
Θα ήθελα να σε συναντήσω στην αφετηρία ενός επιτραπέζιου παιχνιδιού με τα ζάρια στο χέρι. Το μόνο που με τρομάζει, είναι μην πέσω στο τετράγωνο « χάνεις ένα γύρο», γιατί δεν αντέχω άλλο τις αναμονές.Μερικές φορές ξέρω ότι με κρατάς σφιχτά στην σκέψη σου, γιατί σταματάω να κρυώνω, αλλά έρχεται χωρίς κανένα οίκτο εκείνο το "κι ούτε που θα σε ξαναδώ" και πιάνει μια παγωνιά μέσα μου άνευ προηγουμένου.